Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Πεθαίνω για γαλλικό κινηματογράφο. Η πρώτη ταινία που θυμάμαι να είδα στη ζωή μου ήταν το Le Grand Bleu όταν ήμουν 4-5. Από ταινίες του 1940 μέχρι και τις πιο πρόσφατες, ο γαλλικός κινηματογράφος είναι η μεγαλύτερη αγάπη μου. Έπειτα, με τον Luc έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Σε όποια ταινία έχω βάλει στο crème de la crème των ταινιών (τα κλασικά εξαιρούνται), ο Besson έχει βάλει το χεράκι του με κάποιο τρόπο.
Γι’ αυτό και πήγα στις περιπέτειες της Adele περιμένοντας να γευτώ για άλλη μια φορά την αίσθηση της γαλλικής επιτυχίας. Το νόθο παιδί της Μούμιας και του Ιντιάνα Τζόουνς που είχε η ταινία για σενάριο πόνεσε. Πόνεσε πολύ. Απογοητευμένη, προδομένη και ταυτόχρονα παγιδευμένη σε μια αίθουσα με την ταινία να κρατάει σχεδόν δυο ώρες, δεν είχα άλλη λύση από το να προσπαθήσω να βρω άλλα ατού σε αυτό το φιλμ, ώστε αφενός να δικαιολογήσω τα 4 ευρώ που έδωσα και αφετέρου να απαλύνω τον πόνο της προδοσίας του Luc στο πρόσωπό μου.
Ομολογουμένως η ταινία είναι βασισμένη στο κόμικς του Jacques Tardi, ο οποίος μάλιστα συνυπόγραψε το σενάριο της ταινίας μαζί με τον Besson, άρα πιθανότατα υπήρχε ήδη έδαφος για την πλοκή. Παρόλα αυτά, δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί τόση σαχλαμάρα σε μια ταινία που –βασισμένη στην φωτογραφία, την σκηνοθεσία και το καστ- θα μπορούσε να είχε γίνει καταπληκτική. Η Adele, είναι μια Ιντιάνα Τζόουνς τύπισσα, με ενδιαφέρον χιούμορ και υποβλητικό χαρακτήρα χωρίς φινέτσα, η οποία με την πρόφαση της δημοσιογραφίας, ταξιδεύει σε διάφορες χώρες και αναφέρει στα βιβλία της τις περιπέτειες με τις οποίες μπλέκεται. Όλα καλά ως εδώ, συμπαθέστατη και η ηρωίδα αλλά και η Louise Bourgoin που την υποδύθηκε. Στη συνέχεια, μαθαίνουμε ότι πίσω από το συγκεκριμένο, μυστικό ταξίδι της στην Αίγυπτο κρύβεται η επιθυμία της να σώσει την αδερφή της. Συγκινήθηκα!
Όχι, ειλικρινά, συγκινήθηκα από αυτήν την πλοκή, και αν την είχαν κρατήσει πιο δεμένη και, αχεμ, καλογραμμένη δε θα είχα κανένα πρόβλημα. Και κάπου εδώ μπαίνει ο παράγοντας Π. Και όπου Π ισούται με Πτεροδάκτυλο. Ναι, έναν πτεροδάκτυλο που έφερε πίσω στη ζωή ο δόκτωρας Esperandieu με τις μαγικές του δυνάμεις (τις οποίες ακόνιζε από χρόνια πριν). Γιατί; Γιατί να το καταστρέψουν βάζοντας μέσα ένα στοιχείο το οποίο δημιούργησε 30 κενά στην πλοκή; Οκ, ναι, το ξέρω ότι δεν ήταν μαγικές δυνάμεις επακριβώς, ότι «ανακαλύπτει την συχνότητα μεταξύ ζωής και θανάτου» μπλα, μπλα, μπλα, απλά το έκαναν λάθος. Και είσαι ο Luc Besson ρε γαμώτο μου, δε γίνεται να κάνεις τέτοια λάθη.
Κάπου εδώ θα αφήσω στη μέση την διήγηση της πλοκής και θα μιλήσω λίγο για τα πράγματα που μου άρεσαν στην ταινία. Και δεν ήταν και λίγα. Όπως προανέφερα, είχε την Βourgoin που είναι και πολύ όμορφη, και πολύ ηθοποιός, αφού παρέδωσε τον ρόλο της σαρκαστικής, ευρηματικής και χιουμορίστας δυναμικής γυναίκας αψεγάδιαστα. Ο ρόλος από μόνος του ήταν γοητευτικός και τολμώ να πω καλογραμμένος. Έπειτα, έχουμε τα άτομα που πλαισιώνουν την Adele, όπως είναι η αδερφή της Agathe, η πιο τρομακτική ζόμπι τύπισσα που είδα ποτέ μου (ναι, νικάει την Rodriguez), ο Andrej με «j» όπως «jardin», ο μεσιέ Esperandieu –ο «Δρυίδης» Πανοραμίξ της υπόθεσης- και φυσικά, οι γελοιογραφίες που είναι οι αστυνομικοί και οι πολιτικοί της ιστορίας. Όλων οι φάτσες είναι μία και μία. Και φυσικά, οι απίστευτες γκριμάτσες τους ενισχύονται: α) από την τρομερή σκηνοθεσία της ταινίας, που μπορώ να πω με ένα πλατύ χαμόγελο ότι ήταν φανταστική, και β) από την απίστευτη φωτογραφία της εικόνας, που έδινε ακριβώς αυτήν την γαλλική τεχνοτροπία και αισθητική που τόσο αγαπάω. Γι’ αυτό τον λόγο δεν έκλαψα τον χρόνο και το χρήμα μου.
Συνεχίζοντας, έχω να προσθέσω δυο τρία πραγματάκια ακόμη. Πρώτον, εκτίμησα ιδιαίτερα το χιούμορ της ταινίας, το οποίο έκανε το όλο φιλμ πιο ελαφρύ και κατά κάποιο τρόπο, σε προϊδέαζε για τις διαθέσεις του σκηνοθέτη/σεναριογράφου να σου πει ένα παραμύθι. Και πάλι, θα ήταν τέλειο εάν δεν έχωνε μέσα αυτές τις καταραμένες μούμιες. Καταλαβαίνω ότι ο Luc έχει να γράψει μη χαρούμενο τέλος για ταινία εδώ και μια δεκαετία περίπου, αλλά, please, το να τραβάς από τα μαλλιά ένα σενάριο ώστε να έχει το στοιχείο του «ακόμα και το πιο αδύνατο και απίθανο πράγμα, μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή» που τόσο αγαπάς, είναι –το λιγότερο- άδικο. Άδικο σε μένα που σ’ αγαπάω και περίμενα μια Αμελί σε έκδοση επιστημονικής φαντασίας και πήρα το νόθο παιδί του νόθου παιδιού του Ιντιάνα Τζόουνς και της Μούμιας με το Μια Νύχτα στο Μουσείο
Ξέρεις πως αλλιώς λέγεται αυτό; Κλωτσιά στα αχαμνά από τον καλύτερο σου φίλο την ώρα που μπαίνεις στο δωμάτιο σου και τον βλέπεις να εκτελεί ανείπωτες ερωτικές πράξεις στη γυναίκα σου. Όχι, δεν είναι ωραίο αίσθημα. Κλείνοντας, επιτέλους, να πω ότι δεν ήταν και τόσο κακή ταινία όσον αφορά την κλίμακα των ταινιών γενικότερα. Ναι, το σενάριο ήταν σαχλό, βλακώδες και με πιο πολλές τρύπες από ελβετικό τυρί, αλλά τουλάχιστον, είχε ωραίο καστ, με κινηματογραφικές φάτσες. Είχε επίσης όμορφη εικόνα και καλή σκηνοθεσία. Και σίγουρα είχε μια ομορφιά στην αναπαράσταση της εποχής, καθώς και τα πανέμορφα πλάνα από το Παρίσι, που σε μάγευε όντως. Με χαμηλά standards όσον αφορά την πλοκή, θα την ευχαριστηθείς. Αλλιώς, αν είσαι όπως εγώ, απέφυγε την και κάνε ότι δεν βγήκε ποτέ. Και αυτός, είναι ο οδηγός σου για να επιβιώσεις το φιάσκο που έζησα εγώ. 6 στα 10*.
*και ναι, 6 στα 10 για γαλλική ταινία και δη του μετρ του είδους είναι πολύ, πολύ λίγο.