 Ο Pinky και ο Brain σε νέες περιπέτειες.
Το The Other Guys είναι μια αστυνομική κωμωδία σχετικά με δύο τυπάδες που κάνουν το χειρότερο αστυνομικό ζευγάρι στην ιστορία των αστυνομικών ζευγαριών, συμπεριλαμβανομένων των DeNiro – Murphy (και με μέτρο σύγκρισης το καλύτερο ζευγάρι του κόσμου).
Ο Allen (Will Ferrell) και ο Terry (Mark Wahlberg) είναι δύο αστυνομικοί που θέλουν να γίνουν οι υπέρ-ήρωες του παραρτήματός τους. Για την ακρίβεια, ο Terry θέλει να κυβερνήσει τον κόσμο και ο Pinky, εννοώ Allen, απλά είναι ικανοποιημένος να μένει στο γραφειάκι του, με την μέτρια δουλίτσα του και την μέτρια γυναίκα του στο σπίτι. Η διαφορετικότητα των δύο συνεργατών τους οδηγεί σε διαρκείς συγκρούσεις και το γεγονός ότι έχουν δύο αστυνομικούς σουπερ-σταρς μέσα στο γραφείο τους δε βοηθάει την κατάστασή τους. Ευτυχώς, ένα αναπάντεχο συμβάν, τους δίνει την ευκαιρία να λάμψουν.
Την οποία ευκαιρία ο Allen είναι κάτι παραπάνω από ευτυχισμένος να πασάρει σε οποιουσδήποτε άλλους αστυνομικούς, wannabe ήρωες που υπάρχουν στο παράρτημα τους (όλους). Και κάπως έτσι ξεκινάει η έκρηξη του Terry γνωστή και ως "The Brain Tantrum" (όταν δε καταφέρνει να κυβερνήσει τον κόσμο), που τροφοδοτεί την έναρξη του κυνηγιού για την διασημότητα. Μέσα από διάφορες κωμικοτραγικές καταστάσεις, καταφέρνουν να μάθουν ο ένας τον άλλον λίγο καλύτερα και ο Terry συνειδητοποιεί γιατί ο Allen θέλει να είναι τόσο «μέτριος» σε όλα του.
Εντάξει, η ταινία έχει ένα κύριο χαρακτηριστικό: γίνεται πιο αστεία όσο την βλέπεις. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι κάποια στιγμή γίνεται όντως αστεία. Ξεκίνησε εντελώς βλακωδώς και χωρίς καμία υπόσχεση για βελτίωση. Όμως έχει αρκετά χιουμοριστικά στοιχεία από το πρώτο δεκαπεντάλεπτο που εξελίσσονται σε μοτίβα κατά τη διάρκεια της ταινίας και βελτιώνουν το χιούμορ και την ειρωνεία της υπόθεσης. Το θέμα όμως παραμένει πως είναι μια σχετικά αναμασημένη πλοκή. Το ολίγον τι ξερό και χαζοβιόλικο χιούμορ, καταφέρνει να ισορροπήσει κάπως την κατάσταση μόνο και μόνο επειδή είναι σχεδιασμένο για να κοροϊδέψει την ίδια την πλοκή της ταινίας.
Παρότι παίζει ο Will Ferrell, τον οποίο πολλοί αγάπησαν για λόγους που αγνοώ, και παρότι ο Marky Mark βάζει τα δυνατά του για να περάσει ως αστείος, κοντός και άχαρος, η ταινία με άφησε αδιάφορη. Ο ρόλος της Eva Mendes ήταν comedy relief σε μια ταινία που είχε μόνο κωμωδία μέσα. Με άλλα λόγια, περιττός. Αλλά δε μπορώ να πω ότι παραπονιέμαι τόσο γι' αυτό, μιας και είχε άλλα, βασικότερα προβλήματα. Παρόλα αυτά, νιώθω την υποχρέωση να αναφέρω τον Dwayne "The Rock" Johnson και τον ατρόμητο, ακατανίκητο, απροσπέλαστο Samuel L. Jackson, που εμφανίζονται σε μικρούς ρόλους στην ταινία. Νομίζω πως η δική τους βλακεία μου άρεσε περισσότερο από αυτήν των «άλλων τυπάδων».
Όπως καταλαβαίνεις, δε με ενθουσίασε η ταινία. Προσπαθεί να γίνει αστεία χρησιμοποιώντας όλα τα μη-αστεία στοιχεία που αρέσκεται να θέτει σε λειτουργία ο Ferrell και καταντάει οριακά βλακώδης σε μερικά σημεία και αρκετά μη αυθεντική. Δε λέω ότι είναι κάκιστη και δε βλέπεται, αλλά θα μπορούσε να είναι όντως ξεκαρδιστική. Όχι με την διαφυγή σε χαζοκωμωδία τύπου Rush Hour, αλλά να διατηρούσε το ειρωνικό, λοξό χιούμορ με μια πλοκή που να το υποστήριζε και καλύτερη χημεία μεταξύ των δύο ηθοποιών ώστε δέσει το γλυκό.
Αλλά δεν έδεσε. Οκ, βλέπεται, και οκ, θα γελάσεις σε μερικά σημεία (τα οποία πιθανότατα δεν θα είναι αυτά που οι σεναριογράφοι ήθελαν να γελάσεις). Ειδικά εάν είσαι φαν του Will Ferrell και αν έχεις και μια μικρή βοήθεια από φυσικές ουσίες που προκαλούν χαλάρωση, γέλιο και πείνα, θα διασκεδάσεις δύο ώρες. Αλλά πραγματικά, μάλλον έχεις καλύτερα πράγματα να κάνεις από το να δεις αυτήν την ταινία. Όπως το να δεις κάποια άλλη ταινία. Ή να κοιμηθείς μια φορά πριν τις πέντε. Ή να τελειώσεις την εργασία σου στην ώρα της. Γουρούνι Αιώνιε.
The Social Network
Αν εξαιρέσεις άρθρα αναφερόμενα στον Φετφατζίδη, δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που είχα διαβάσει τόσο εκτεταμένα διθυραμβικά σχόλια στον Τύπο όσο αυτά που είδα για το Social Network. ‘Ο νέος πολίτης Κέιν’ ενδεχομένως το πιο αξιοσημείωτο εξ αυτών.
Ενώ λοιπόν τέτοιο build-up είναι σχεδόν καταδικασμένο να οδηγήσει σε απογοήτευση, εγώ ήμουν εκ των προτέρων σίγουρος ότι κατά πάσα πιθανότητα θα μιλούσαμε για ταινία της χρονιάς, άποψη που δεν άλλαξε ούτε κατά τη διάρκεια, ούτε μετά το τέλος της ταινίας.
Ο πρώτος λόγος είναι προφανώς το αντικείμενο της θεματολογία της, το Facebook, του οποίου τη σημασία στην σημερινή κοινωνία φαντάζομαι ότι περιττεύει να μπω στη διαδικασία να υπογραμμίσω.
Η βαρύτητα του θέματος όμως όχι μόνο σε καμία περίπτωση δεν προεξοφλεί classic status για μια ταινία, αλλά ενδεχομένως δεν αποτελεί καν εγγύηση για αξιοπρεπές αποτέλεσμα. Το Hollywood άλλωστε έχει τη μοναδική ικανότητα να παίρνει πρώτη ύλη χρυσάφι και να τη μετατρέπει σε τσιχλόφουσκα.
Ταινία-τσιχλόφουσκα όμως από τον σκηνοθέτη του Seven και του Fight Club δύσκολο να δεις. Ο Fincher φροντίζει να τυλίξει την ταινία με το αγαπημένο του σκοτεινό πέπλο, και μερικά αργά μονόπλανα είναι αρκετά βρώμικα για να σε κάνουν να μισο-αναμένεις τον Tyler Durden να πεταχτεί με μισοτελειωμένο τσιγάρο στο στόμα και να σε κουτουλίσει.
Όχι άσχημα για ταινία που διαδραματίζεται ως επί το πλείστον στο Harvard και έχει ως λιγότερο φλώρο του καστ τον Justin Timberlake.
Η εγγύηση ποιότητας όμως για μένα ήταν άλλη και δεν με διέψευσε ούτε στο ελάχιστο. Αναφέρομαι στην ιδιοφυία ονόματι Aaron Sorkin, το δημιουργό της κατά πολλούς -συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντα- καλύτερης σειράς στην ιστορία της τηλεόρασης, του West Wing.
Το στυλ-σήμα κατατεθέν του Sorkin γίνεται αισθητό από την πρώτη σκηνή, η οποία αποτελείται από μια από τις χαρακτηριστικές του γρήγορες, πανέξυπνες, ελαφρώς ειρωνικές και ποτισμένες με μαύρο χιούμορ στιχομυθίες. Θέμα της σκηνής ο χωρισμός του Zuckerberg με την κοπέλα του, γεγονός που υποδηλώνεται κατά τη διάρκεια της ταινίας πως ήταν καταλυτικό στη διαμόρφωση των μετέπειτα κινήτρων και πράξεων του.
Οι διάλογοι κινούνται στο ίδιο ύφος καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, χωρίς να υποκύπτουν ούτε δευτερόλεπτο στον πειρασμό του εύκολου Χολιγουντιανού κλισέ. Αν ο Sorkin δεν πάρει Όσκαρ τότε αυτά θα απαξιωθούν πλήρως στην συνείδησή μου ως θεσμός.
Για να μην τα πολυλογούμε, το Social Network έχει στυλ, ρυθμό και αμείωτο ενδιαφέρον και είναι από τις ταινίες που καταλαβαίνεις με το που τελειώσει ότι θα είναι διαχρονική. Ναι, σίγουρα δεν είναι η πιο πιστή αναπαράσταση των γεγονότων και αναμφισβήτητα ο χαρακτήρας του Timberlake (Sean Parker, δημιουργός του Napster) είναι σίγουρα τραβηγμένος με σκοπό να δώσει έναν πιο glamorous τόνο σε μια ιστορία που στην πραγματικότητα θα αποτελείται από σπασίκλες που πέρναγαν εκατοντάδες ώρες μπροστά σε κομπιούτερ με μόνα διαλείμματα για τουαλέτα και πίτσα.
Όμως πέραν του άριστου αισθητικού αποτελέσματος, το Social Network καταφέρνει να ανταποκριθεί στις τεράστιες απαιτήσεις που δημιουργεί το θέμα που πραγματεύεται επειδή μολονότι δεν ενδιαφέρεται να αποτυπώσει με ακρίβεια τα γεγονότα, καταφέρνει να διεισδύσει στην ψυχοσύνθεση της σημερινής νέας γενιάς, ερμηνεύοντας τι την οδήγησε να καταστήσει το Facebook στο κέντρο της καθημερινότητάς της.
|